Και όμως, ο Αντώνης Σαμαράς το πράττει ξανά.
Για δεύτερη φορά στην πολιτική του διαδρομή στρέφεται εναντίον του κόμματος που τον ανέδειξε, τον προστάτευσε και τελικά τον τίμησε με την πρωθυπουργία.
Όχι για λόγους αρχών. Όχι για εθνική στρατηγική. Αλλά για προσωπικούς λογαριασμούς, πολιτική πικρία και την ανάγκη να παραμείνει στο προσκήνιο.
Η πρώτη φορά κόστισε στη χώρα.
Η δεύτερη αποδεικνύει ότι δεν ήταν λάθος — ήταν χαρακτήρας.
Γιατί άλλο η κριτική και άλλο η υπονόμευση.
Και άλλο η αγωνία για την πατρίδα και άλλο η πολιτική εκδίκηση.
Όταν πρώην πρωθυπουργός επιλέγει να δυναμιτίζει την παράταξη που τον γέννησε πολιτικά, δεν λειτουργεί ως θεσμικός παράγοντας. Λειτουργεί ως αποσταθεροποιητικός μηχανισμός.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, στο χορό της «όψιμης αγανάκτησης» μπαίνει και ο Κώστας Καραμανλής, κουνώντας σήμερα το δάχτυλο στον Κυριάκο Μητσοτάκη για τη διπλωματία με την Τουρκία.
Μόνο που η πολιτική μνήμη δεν διαγράφεται κατά βούληση.
Δεν μπορείς να καταγγέλλεις τις συναντήσεις με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, όταν εσύ ο ίδιος — με casus belli να αιωρείται στο Αιγαίο — έχτιζες προσωπικές σχέσεις, κουμπαριές και «θερμά επεισόδια φιλίας» που βαφτίστηκαν εξωτερική πολιτική.
Δεν γίνεται να παριστάνεις σήμερα τον θεματοφύλακα της εθνικής γραμμής όταν χθες επένδυες στη διπλωματία των δημοσίων σχέσεων.
Η υποκρισία δεν γίνεται πατριωτισμός επειδή πέρασαν τα χρόνια.
Η χώρα δεν έχει ανάγκη από πρώην ηγέτες που αναζητούν ρόλο μέσα από εσωτερικές συγκρούσεις. Έχει ανάγκη από σοβαρότητα, συνέχεια και θεσμική υπευθυνότητα.
Όταν όμως κάποιοι επιλέγουν να ρίχνουν πέτρες στο ίδιο τους το σπίτι, ας μην απορούν για τα ερείπια.
Και για τον Αντώνη Σαμαρά — που επαναλαμβάνει το ίδιο πολιτικό σφάλμα — η αρχαία ρήση είναι πιο επίκαιρη από ποτέ.
