Μιλώντας στο «11o Οικονομικό Φόρουμ Δελφών 2026» την Πέμπτη, σε συζήτηση με τον δημοσιογράφο Παύλο Τσίμα στο θέμα «Σε Συζήτηση: Οι θεσμοί υπό πίεση», η επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας Λάουρα Κοβέσι (Laura Kövesi) έδωσε έμφαση στην ανάγκη ανανέωσης της θητείας των Ελλήνων Ευρωπαίων Εισαγγελέων, σύμφωνα με την απόφαση του Κολεγίου της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.
Σημείωσε ότι πρόκειται για ζήτημα που άπτεται της ανεξαρτησίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και εξέφρασε την πεποίθηση ότι οι ελληνικές δικαστικές αρχές «θα λάβουν τη σωστή απόφαση».
«Αυτοί οι δύο συνάδελφοι, που εργάστηκαν για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, έκαναν εξαιρετική δουλειά. Είναι εξαιρετικοί εισαγγελείς. Ποιος είναι ο λόγος να μην ανανεωθεί η θητεία τους; Γιατί; Ποιος έχει συμφέρον να μην ανανεωθεί η θητεία των εισαγγελέων που εργάστηκαν στην υπόθεση των Τεμπών, στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ;… Πραγματικά εμπιστεύομαι ότι αυτό το Συμβούλιο θα λάβει τη σωστή απόφαση, δεν έχω καμία αμφιβολία. Είναι εκπρόσωποι της Δικαιοσύνης, είναι ανεξάρτητοι όπως κι εμείς, άρα δεν έχω καμία αμφιβολία ότι θα πράξουν το σωστό», δήλωσε, αναφερόμενη στο δικαστικό συμβούλιο που έχει την αρμοδιότητα της απόφασης βάσει της ελληνικής νομοθεσίας.
Επικαλούμενη το ζήτημα της ανανέωσης της θητείας των εισαγγελέων στην Ελλάδα ως παράδειγμα «διαφορετικών ερμηνειών του εφαρμοστέου δικαίου», ανέφερε ότι η λύση θα ήταν η προσφυγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν θα προχωρήσει σε αυτό το βήμα, καθώς για την ίδια το ζήτημα είναι «πολύ σαφές» και συνάδει με την διαδικασία που εφαρμόστηκε χωρίς ουδεμία αντίρρηση για περισσότερους από 100 Ευρωπαϊκούς εισαγγελείς, η οποία επιτρέπει την ανανέωση της θητείας όσων έχουν ήδη εργαστεί στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και έχουν αποδώσει.
«Στην Ελλάδα, λόγω του τρόπου με τον οποίο υιοθετήθηκε ο νόμος για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, υπάρχει τώρα αυτό το διοικητικό στάδιο, κατά το οποίο οι εισαγγελείς των οποίων η θητεία ανανεώνεται πρέπει να αποσπαστούν για να συνεχίσουν το έργο τους. Για μένα είναι πολύ σαφές. Αν κάποιος το ερμηνεύει διαφορετικά, υπάρχει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο», είπε.
Ερωτηθείσα για την κριτική που ασκείται στην Ελλάδα σχετικά με την «σταδιακή» παραπομπή της υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ στο κοινοβούλιο, η Κοβέσι απέρριψε κατηγορηματικά τους σχετικούς ισχυρισμούς.
Σημειώνοντας ότι η κριτική αυτή προήλθε κυρίως από πολιτικούς, ανέφερε ότι θα κάνει εξαίρεση στον κανόνα της να μην σχολιάζει τις δηλώσεις τους:
«Κατηγορηματικά, κατηγορηματικά, απορρίπτω όλους αυτούς τους ισχυρισμούς. Και, στο πλαίσιο αυτό, είμαι πολύ ευγνώμων προς τις ενώσεις των Ελλήνων εισαγγελέων, τους δικηγορικούς συλλόγους και όλους τους εκπροσώπους της τρίτης εξουσίας σε ένα δημοκρατικό κράτος, που στήριξαν την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Αυτοί οι ισχυρισμοί δεν είναι αληθείς», υπογράμμισε.
Αναφορικά με τον ισχυρισμό πολλών βουλευτών – των οποίων η ασυλία ήρθη την Τετάρτη στο πλαίσιο της υπόθεσης του ΟΠΕΚΕΠΕ – ότι οι κατηγορίες εις βάρος τους δεν ευσταθούν και ότι απλώς μεσολαβούσαν για πολίτες χωρίς να ζητούν κάτι παράνομο, η Κοβέσι άφησε να εννοηθεί ότι ο «θόρυβος» γύρω από το θέμα αποτελεί προσπάθεια μετατόπισης της συζήτησης από το πραγματικό ζήτημα, που είναι «τι συνέβη πραγματικά στον ΟΠΕΚΕΠΕ και ποιος ευθύνεται για τι».
«Θα ήθελα να σας θυμίσω τι είπα εδώ στην Ελλάδα, τον περασμένο Οκτώβριο, όταν είπα ότι το ΟΠΕΚΕΠΕ είναι ένα ακρωνύμιο για τη διαφθορά, τον νεποτισμό και την πελατειακή σχέση. Αυτό είναι το πραγματικό ερώτημα. Νομίζω ότι πρόκειται για μια προσπάθεια να μετατοπιστεί η προσοχή από το πραγματικό ζήτημα σε κάτι διαφορετικό», είπε.
«Για μένα, για τους συναδέλφους μου, ως εισαγγελείς, βλέπουμε διαφθορά, κατάχρηση εξουσίας, απάτη, εμπορία επιρροής. Αυτά είναι εγκλήματα. Αυτά ορίζονται ως εγκλήματα στο ελληνικό δίκαιο, ορίζονται σχεδόν σε όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ ως εγκλήματα. Κανείς στον κόσμο δεν θα με πείσει ότι αυτές οι κατηγορίες αποτελούν μέρος της περιγραφής καθηκόντων των πολιτικών εδώ στην Ελλάδα ή οπουδήποτε στην ΕΕ», πρόσθεσε.
Επανερχόμενη στο θέμα της ασυλίας των βουλευτών, σημείωσε ότι ο νόμος που θεσπίστηκε από τους ίδιους για την προστασία τους καθιστά αναγκαία την παραπομπή υποθέσεων στη Βουλή προκειμένου να συνεχιστεί η διερεύνηση καταγγελιών.
«Για να μπορέσουμε να διαπιστώσουμε την αλήθεια, να διεξαγάγουμε έρευνα για να δούμε αν μια καταγγελία είναι σωστή ή λανθασμένη, να δούμε αν ένα μέλος του Κοινοβουλίου μπορεί να είναι ένοχο ή όχι… πρέπει να ακολουθήσουμε αυτό το βήμα, να αρθεί η ασυλία· δεν μπορούμε να ανακρίνουμε έναν βουλευτή ούτε να συλλέξουμε αποδεικτικά στοιχεία στις υποθέσεις μας, ακόμη και απαλλακτικά, αν δεν ακολουθήσουμε αυτό το βήμα», επισήμανε. Τόνισε ότι πρόκειται για μια κανονική διαδικασία και όχι για κατηγορία ή ένδειξη ενοχής, αλλά για υποχρεωτικό στάδιο προκειμένου να συνεχιστεί η έρευνα. «Είναι σεβασμός στους κανόνες», πρόσθεσε.
Η επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας διέψευσε ότι ο θεσμός βρίσκεται σε αντιπαράθεση με τις ελληνικές αρχές, σημειώνοντας ότι η Ελλάδα διαθέτει πολύ καλούς εισαγγελείς, δικαστές και αστυνομικούς, ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έχει υποστηριχθεί και ότι οι νομοθέτες έχουν τροποποιήσει ακόμα και τη νομοθεσία για την τις ανάγκες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.
Επίσης διέψευσε ότι έχει ζητήσει την αλλαγή του ελληνικού Συντάγματος στο πλαίσιο της υπόθεσης του σιδηροδρομικού δυστυχήματος στα Τέμπη, λέγοντας ότι απλώς επισήμανε πως η διάταξη που αφορά τους υπουργούς εμποδίζει την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να συνεχίσει την έρευνά της και την υποχρεώνει να παραπέμψει μέρος αυτής στην Βουλή.
«Δεν είναι δική μου αρμοδιότητα να πω αν πρέπει να αλλάξει, αλλά θα συνεχίσω να λέω ότι σε όλες τις υποθέσεις όπου εμπλέκονται υπουργοί ή πρώην υπουργοί δεν μπορούμε να συνεχίσουμε την έρευνα και αυτός είναι ο λόγος που δεν μπορούμε να επιτελέσουμε το έργο μας», πρόσθεσε.
Η Κοβέσι συμφώνησε πλήρως με τη θέση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη ότι οι έρευνες που αφορούν πολιτικούς θα πρέπει να επιταχύνονται, καθώς η κοινωνία αναμένει να διασαφηνιστεί τι συνέβη, στο πλαίσιο του δυνατού δεδομένου ότι οι πόροι που έχει στην διάθεσή της η Εισαγγελία είναι περιορισμένοι.
Ανέφερε ότι ο υπουργός Δικαιοσύνης Γιώργος Φλωρίδης συμφώνησε, κατά τη συνάντησή τους την Τετάρτη, να παράσχει επιπλέον πόρους, καθώς και να προχωρήσει σε νομοθετικές αλλαγές, ενώ η ίδια πρότεινε τροποποιήσεις στο ελληνικό σύστημα ώστε να αποφεύγεται η επανάληψη εργασιών που έχουν ήδη γίνει.
Σχετικά με τα επίπεδα διαφθοράς στην Ελλάδα γενικότερα, αποσαφήνισε ότι καμία χώρα στην Ευρώπη δεν «ξεχωρίζει» ως ιδιαίτερα πιο διεφθαρμένη από τις υπόλοιπες: «Δεν υπάρχει καθαρή χώρα, υπάρχει διαφθορά παντού, υπάρχει απάτη παντού», είπε, τονίζοντας ότι «οι συνάδελφοι εδώ στην Αθήνα είναι πολύ καλοί» και έχουν το θάρρος και την αποφασιστικότητα να αλλάξουν τα πράγματα, διαφωνώντας με την άποψη ότι οι Έλληνες αποδέχονται τη διαφθορά ως τρόπο ζωής.
Η επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας χαιρέτισε την απόφαση της Βουλής να άρει την ασυλία των βουλευτών στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, λέγοντας ότι η έρευνα θα αποτελέσει προτεραιότητα για την EPPO και σημειώνοντας ότι υπάρχει συμφωνία με τον υπουργό Εσωτερικών για τον ορισμό επιπλέον στελεχών που θα ασχοληθούν με αυτές τις υποθέσεις, ενώ προσθέτει ότι είναι και προς το συμφέρον της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας να ολοκληρωθεί η έρευνα το συντομότερο δυνατό.
Ολοκληρώνοντας τη συνέντευξη, υπογράμμισε τη σημασία της ανεξαρτησίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, λέγοντας ότι αυτή αποτελεί την «κόκκινη γραμμή» που δεν μπορεί να παραβιαστεί.
Εύα Γουέμπστερ
ΠΗΓΗ ΑΠΕ-ΜΠΕ
