Άννα Δόλλαρη

Mετά την εκκωφαντική σιωπή του Γερμανού Υπουργού Εξωτερικών Χάικο Μάας απέναντι στις άκρως προκλητικές δηλώσεις του Μεχμέτ Τσαβούσογλου και την απογοήτευση που προκάλεσε η στάση του στο σύνολο του πολιτικού συστήματος της χώρας μας αλλά και ανησυχία για τη στάση που πρόκειται να κρατήσει γενικότερα η Γερμανία αλλά και η Ευρωπαϊκή Ένωση στο σύνολό της απέναντι στην επεκτατική πολιτική της γείτονος χώρας, μία ηλιαχτίδα φωτός άρχισε να να αχνοφαίνεται στον ορίζοντα.
Ο λόγος για τον υποψήφιο Υπουργών Εξωτερικών των ΗΠΑ Άντονι Μπλίνκεν, ο οποίος τάχθηκε υπέρ της διατήρησης των κυρώσεων CAATSA εναντίον της Τουρκίας, κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας στην Επιτροπή Εξωτερικών Σχέσεων της Γερουσίας για την επικύρωση του διορισμού του.
Συγκεκριμένα, εξέφρασε την άποψη ότι οι κυρώσεις πρέπει να συνεχιστούν έως ότου εκτιμηθεί η αποτελεσματικότητα τους, ενώ καταδίκασε απερίφραστα την πρωτοβουλία (για κάποιους άλλους εμμονή) της Άγκυρας να αποκτήσει το πυραυλικό ρωσικό σύστημα των S-400 από τη Ρωσία ,μία χώρα η οποία διαχρονικά αποτελεί στρατηγικό αντίπαλο της υπερδύναμης των ΗΠΑ.
Ένα άλλο αξιοσημείωτο γεγονός, αφορά στον πολλά υποσχόμενο Γερουσιαστή των Δημοκρατικών Ρόμπερτ Μενέντεζ, στον οποίο χιλιάδες Έλληνες ομογενείς αλλά και Ελληνοαμερικανοί, εναποθέτουν τις ελπίδες τους για έναν πολύτιμο σύμμαχο υπέρ της Ελλάδας και υπεράσπισης των συμφερόντων της, κυρίως όσον αφορά στα ελληνοτουρκικά.
Ο κ.Μενέντεζ ζήτησε από τον κ. Μπλίνκεν να χαράξει ένα ξεκάθαρο πλαίσιο στρατηγικής αλά και στάσης όσον αφορά στην Τουρκία και τη στάση της απέναντι στην Ελλάδα αλλά και προς άλλες χώρες, ενώ αναφερόμενος στην καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αλλά και της αλαζονικής πολιτικής που υιοθετεί ευρύτερα στην Ανατολική Μεσόγειο, τη χαρακτήρισε ως αποσταθεροποιητικό παράγοντα, επισημαίνοντας ότι:
«Η Τουρκία συνεχίζει να αποσταθεροποιεί μέσω της υποστήριξης της επιθετικότητας του Αζερμπαϊτζάν στο Ναγκόρνο Καραμπάχ και μέσω της δικής της επιθετικής συμπεριφοράς στην Ανατολική Μεσόγειο, εναντίον των δημοκρατικών μας συμμάχων Ελλάδας και Κύπρου» εκφράζοντας την ελπίδα ότι η νέα Αμερικανική κυβέρνηση θα τηρήσει μια σθεναρή στάση σε ό,τι αφορά σε φλέγοντα και κομβικής σημασίας ζητήματα όπως:
• στο θέμα της αγοράς των S-400
• στις αποσταθεροποιητικές ενέργειες στη Συρία
• στην εισβολή στα χωρικά ύδατα της Κύπρου
• στη διεκδίκηση ολόκληρης περιοχής της ελληνικής ΑΟΖ μέχρι την Λιβύη
• στην υποστήριξη που παρέχει ο Ερντογάν στο Αζερμπαϊτζάν και την εμπλοκή και επιθετική του δράση στο Ναγκόρνο Καραμπάχ

Από την πλευρά του ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών κ. Νίκος Δένδιας και σύσσωμη η ελληνική κυβέρνηση, καταβάλλει συνεχείς προσπάθειες προάσπισης των συμφερόντων της χώρας μας, με κορωνίδα την πρωτοβουλία για την επικείμενη ψήφιση του νομοσχεδίου που αφορά στην επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης στο Ιόνιο, μία ιστορική στιγμή για την Ελλάδα όπως είπε και ο ίδιος από το βήμα της Βουλής:

«Είναι ιδιαίτερη τιμή για εμένα, εξ ονόματος της κυβέρνησης Μητσοτάκη, να εισηγούμαι στο εθνικό κοινοβούλιο το παρόν νομοθέτημα. Είναι, όπως γνωρίζετε, η πρώτη επέκταση του εθνικού χώρου από το 1947, πρόκειται για μια έκταση 10.079 τετραγωνικών χιλιομέτρων και αν προσθέσει κανείς το κλείσιμο των κόλπων, υπερβαίνει τα 13.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Αν λάβει κανείς υπόψη, ότι το σύνολο της χώρας είναι περί τα 135.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα, αντιλαμβάνεται και το μέγεθος της έκτασης αυτής. Επίσης, είναι εξαιρετικά σημαντικό ότι, -όπως με τον πιο καθαρό τρόπο αναδείχθηκε στην Επιτροπή-, το νομοθέτημα αυτό συνοδεύεται από την ομόθυμη στήριξη των πολιτικών δυνάμεων του εθνικού κοινοβουλίου. Κατά συνέπεια, νομίζω ότι η στιγμή έχει στοιχείο ιστορικότητας και θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά τα κόμματα για τη συνεργασία».
Σύμφωνα με κυβερνητικούς κύκλους ο υπουργός Εξωτερικών, οι Έλληνες πρέσβεις και όλοι οι συναρμόδιοι φορείς επιχειρούν καθημερινά την οικοδόμηση διεύρυνσης επαφών με χώρες ανά τον κόσμο και την ενδυνάμωση των ήδη υπαρχουσών συμμαχιών, πάντοτε υπό το πρίσμα του σεβασμού στους κανόνες του διεθνούς δικαίου και του διαλόγου ,και όχι υπό τις απειλές πολέμου όπως πολύ συχνά πράττει η Τουρκία.
Επιφυλακτική αλλά και ανοιχτή στο διάλογο είναι η χώρα μας σχετικά με τις διερευνητικές επαφές με την Τουρκία, ενώ ενδιαφέρουσα είναι η παρέμβαση της βουλευτού του νομού Ηρακλείου κ. Ντόρας Μπακογιάννη, η οποία τόνισε πως η Ελλάδα προσέρχεται με αυτοπεποίθηση και σιγουριά. Σημείωσε ότι οι διερευνητικές επαφές είναι «άτυπες συνομιλίες οι οποίες διεξάγονται για να μπορεί η κάθε πλευρά να καταθέσει τις απόψεις της, με στόχο μια πιθανή επίλυση των θεμάτων ή με τουλάχιστον στόχο να έχουμε ένα συνυποσχετικό για να μπορέσουμε να πάμε στο Διεθνές Δικαστήριο υπό τη βάση της συνθήκης του Montego Bay. Και δεν υπάρχει κανένα άλλο διεθνές κείμενο το οποίο να λέει ότι μια χώρα είναι υποχρεωμένη να συζητήσει μονομερείς διεκδικήσεις της άλλης χώρας. Αυτό είπε «το γνωρίζουν πολύ καλά ο υπουργός Εξωτερικών όπως και ο Πρωθυπουργός της χώρας και ποτέ δεν έχει δοθεί διαφορετική εντολή».
Επιπροσθέτως, σύσσωμη η χώρα παρακολουθεί με αμείωτο ενδιαφέρον την κούρσα διαδοχής της καγκελαρίου Άνκελα Μέρκελ, διότι ειδικά στην περίπτωση που τη διαδεχθεί ο Άρμιν Λάσετ ,ο οποίος είναι γνωστός για τους δεσμούς του με την τουρκική κοινότητα στη Γερμανία και τις φιλοτουρκικές διαθέσεις του, ίσως η χώρα μας κληθεί να αντιμετωπίσει και άλλες προκλήσεις.